Χειρουργική Αγκώνα Και Κάτω Άκρου 2017-05-19T12:04:15+00:00

Χειρουργική Αγκώνα & Κάτω Άκρου

Τι είναι η αρθρίτιδα και που οφείλεται;


Πρόκειται για φλεγμονή των αρθρώσεων -μιας ή και περισσοτέρων- και κατά περίπτωση προσδιορίζεται από την άρθρωση που εμφανίζει νοσολογία.

Οι αρθρίτιδες χωρίζονται σε δύο κύριες μεγάλες κατηγορίες:

Α) Τις εκφυλιστικές αρθρίτιδες, οι οποίες οφείλονται στην αναμενόμενη εκφύλιση που προκύπτει από την γήρανση του ανθρώπινου σκελετού.

Β) Τις αυτοάνοσες αρθρίτιδες, οι οποίες οφείλονται σε κάποια διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος, του συστήματος άμυνας του οργανισμού. Αυτές, βέβαια, αποτελούν αντικείμενο της επιστήμης της Ρευματολογίας και μόνο όταν οι παραμορφώσεις είναι βαριές και η λειτουργική ανεπάρκεια του ασθενούς μεγάλη, πρέπει οι ασθενείς να απευθύνονται σε Ορθοπαιδικούς Χειρουργούς για πιθανή χειρουργική αντιμετώπιση των παραμορφώσεων.


Πώς εκδηλώνεται η νόσος;


Οι αρθρίτιδες γενικά έχουν τα παρακάτω βασικά συμπτώματα:

  • Δυσκολία στη κίνηση της άρθρωσης
  • Τοπικό πόνο
  • Ερυθρότητα τοπική
  • Οίδημα-πρήξιμο στην άρθρωση.


Μπορούν να αντιμετωπιστούν και πώς;


Οι αρχόμενες ή και οι μέσου βαθμού οστεοαρθρίτιδες αντιμετωπίζονται πάντα συντηρητικά με φάρμακα αντιφλεγμονώδη, αναλγητικά ή και κάποια νεότερης γενιάς, όπως διασερίνη, υαλουρονικό νάτριο, θειϊκή χονδροϊτίνη, γλυκοζαμίνη, τα οποία θεωρητικά βελτιώνουν την ποιότητα του αρθρικού χόνδρου. Η χορήγηση αυτών των νεοτέρων φαρμάκων μπορεί να γίνει είτε από το στόμα με μορφή χαπιών ή ποσίμων διαλυμάτων ή σε επιλεγμένες περιπτώσεις με απευθείας έγχυση μέσα στη άρθρωση που πάσχει. Η διενέργεια των ενέσεων, βέβαια, προϋποθέτει αυστηρότατη τήρηση κανόνων αντισηψίας, όπως ισχύουν σε χειρουργικές αίθουσες. Επίσης θέση στη συντηρητική θεραπεία έχει η εφαρμογή ναρθήκων και η φυσικοθεραπεία.

Σε προχωρημένες αρθρίτιδες ή στις περιπτώσεις που η συντηρητική θεραπεία έχει αποτύχει, θέση έχει η χειρουργική θεραπεία. Υπάρχουν διάφορες χειρουργικές τεχνικές ανάλογα με το ποια άρθρωση του χεριού πάσχει κάθε φορά.


Τι συμβαίνει με την αρθρίτιδα του αντίχειρα;


Μια από τις συχνότερες αρθρίτιδες του ανθρώπινου σκελετού, που τα προηγούμενα χρόνια δεν αναγνωριζόταν τόσο συχνά ή είχε υποτιμηθεί ως παθολογία, είναι αρθρίτιδα της βάσης του αντίχειρα ή διαφορετικά αρθρίτιδα της 1ης καρπομετακαρπίου αρθρώσεως.

Σε προχωρημένα στάδια, η νόσος αντιμετωπίζεται χειρουργικά με τη μέθοδο του μαξιλαριού (Pillow Technique). Στη μέθοδο αυτή το πάσχον κόκκαλο στη βάση του μετακαρπίου, γνωστό ως μείζον πολύγωνο, αφαιρείται και αντικαθίσταται από ένα ειδικό μόσχευμα (Fascia lata), το οποίο λειτουργεί ως το αφαιρεθέν οστό. Η εν λόγω τεχνική επιτρέπει πλήρη κίνηση του αντίχειρα, ενώ συγχρόνως βελτιώνει σημαντικότατα τον πόνο και την γενικότερη λειτουργικότητα του χεριού.

Τι είναι το κάταγμα;


Κάταγμα λέγεται διαφορετικά το σπάσιμο ή το ράγισμα των οστών, σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος. Τα κατάγματα του περιφερικού τμήματος της κερκίδας, δηλαδή του καρπού, αποτελούν τα πλέον συχνότερα στην Ορθοπαιδική Χειρουργική, με τον αριθμό τους να παρουσιάζει αύξηση στις γηραιότερες πληθυσμιακές ομάδες, λόγω οστεοπόρωσης ή αστάθειας που αποτελεί και τον κυριότερο λόγο πτώσεων που οδηγούν σε κατάγματα αυτού του τύπου.


Πόσο σημαντική είναι η σωστή αντιμετώπισή τους;


Η σημασία της σωστής αντιμετώπισης των καταγμάτων, ειδικότερα όταν αυτά είναι συντριπτικά, όταν δηλαδή το οστό σπάσει σε πολλά κομμάτια, ή/και ενδαρθρικά, όταν δηλαδή η γραμμή του κατάγματος φθάνει μέσα στην άρθρωση, είναι μεγάλη. Και αυτό, γιατί το κάταγμα μπορεί να συνοδεύεται και από άλλες παθήσεις, όπως παγίδευση μέσου νεύρου στον καρπό, ρήξεις τενόντων, των εκτεινόντων μυών και κυρίως του μακρού εκτείνοντος του αντίχειρα.

Εξίσου σημαντική είναι και η πώρωση, το να κολλήσει δηλαδή το κάταγμα σε λάθος θέση, καθώς ενδέχεται να συνοδεύεται από χρόνιο πόνο και κακή λειτουργικότητα του χεριού.


Πώς αντιμετωπίζονται;


Τα κατάγματα αυτού του τύπου, εάν δεν έχουν παρεκτοπιστεί, δηλαδή δεν έχουν φύγει από τη θέση τους, αντιμετωπίζονται με την απλή εφαρμογή κάποιου νάρθηκα ή γύψου για διάστημα 4 με 5 εβδομάδων, ώστε να επιτευχθεί η πώρωσή τους, δηλαδή να κολλήσουν.

Οστεοσύνθεση κατάγματος καρπού

Σε περίπτωση που τα κατάγματα αυτά έχουν φύγει από τη θέση τους, πρέπει να γίνει κάποιος χειρισμός ανάταξης, επαναφοράς δηλαδή του παρεκτοπισμένου κομματιού στη θέση του, και στη συνέχεια να ακολουθήσει η εφαρμογή γύψου. Ωστόσο, κάθε κάταγμα πρέπει πάντα να ελέγχεται άμεσα με ακτινογραφίες, ώστε να επιβεβαιώνεται η σωστή ανάταξή του, ενώ ο επανέλεγχος συνίσταται και κατά την περίοδο που βρίσκεται σε γύψο, γιατί ενδέχεται να μετακινηθεί.

Τέλος, σε κατάγματα που είναι ιδιαίτερα ασταθή και συντριπτικά ή σε κατάγματα που η προσπάθεια ανάταξης δεν πετύχει αποδεκτή θέση, η χειρουργική αντιμετώπισή τους κρίνεται αναγκαία. Η σύγχρονη τεχνολογία παρέχει ιδιαίτερα εξελιγμένα υλικά οστεοσύνθεσης των καταγμάτων, τα οποία βοηθούν σημαντικά το έργο του Ορθοπεδικού Χειρουργού. Ωστόσο, η εμπειρία και η εξειδίκευση του θεράποντος αποτελούν σημαντικοί παράγοντες για την επίτευξη ενός άριστου αποτελέσματος.


Τι ισχύει στις περιπτώσεις καταγμάτων στα δάχτυλα;


Όσον αφορά στα κατάγματα των δακτύλων και των μετακαρπίων, ισχύουν οι ίδιες βασικές αρχές αντιμετώπισής τους. Όποιο τρόπο και αν επιλέξει ο Ορθοπεδικός Χειρουργός για να τα αντιμετωπίσει, θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως η μακρά σε διάρκεια ακινητοποίησή τους οδηγεί εύκολα σε δυσκαμψία του χεριού, επιπλοκή που είναι εξαιρετικά δυσάρεστη στον ασθενή. Για το λόγο η έγκαιρη κινητοποίηση είναι πολύ σημαντική.

Ποια είναι τα συνηθέστερα κατάγματα του αγκώνα;


Τα κατάγματα της περιοχής του αγκώνα συνοψίζονται επιγραμματικά σε τρείς μεγάλες κατηγορίες:

  1. Κατάγματα κεφαλής κερκίδος,
  2. Κατάγματα ωλεκράνου,
  3. Κατάγματα του κάτω άκρου του βραχιονίου.


Πώς προκύπτει ένα κάταγμα στον αγκώνα;


Τα κατάγματα της περιοχής του αγκώνα συμβαίνουν μετά από πτώσεις, είτε απευθείας πάνω στον αγκώνα, είτε πάνω στο τεντωμένο χέρι όπου, σε αυτές τις περιπτώσεις, η βία μεταβιβάζεται δια του αντιβραχίου στην άρθρωση του αγκώνα.


Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί ένα κάταγμα στον αγκώνα;


Στην αντιμετώπιση κακώσεων στον αγκώνα, ισχύουν οι βασικές αρχές αντιμετώπισης των καταγμάτων. Δηλαδή:

  • Τα απαρεκτόπιστα κατάγματα -αυτά που δεν έχουν φύγει από τη θέση τους, αντιμετωπίζονται με εφαρμογή νάρθηκα ή γύψου για διάστημα 4-5 εβδομάδων. Μάλιστα, στα απαρεκτόπιστα κατάγματα κεφαλής κερκίδος οι νεώτερες μελέτες δείχνουν ότι η άμεση προσεκτική κινητοποίηση, χωρίς νάρθηκες, αποδίδει τα καλύτερα αποτελέσματα.
  • Στα παρεκτοπισμένα κατάγματα, θέση έχει μόνο η χειρουργική θεραπεία, εφόσον βέβαια το επιτρέπει η γενικότερη κατάσταση της υγείας του ασθενούς.
  • Στα κατάγματα του ωλεκράνου εφαρμόζεται οστεοσύνθεση είτε με σύρματα και βελόνες, είτε με ειδικές πλάκες και βίδες.
  • Στα κατάγματα της κεφαλής της κερκίδος εφαρμόζεται είτε οστεοσύνθεση με ειδικές πλάκες και βίδες είτε αντικατάσταση, δηλαδή αρθροπλαστική, της κεφαλής της κερκίδος όταν το κάταγμα είναι πολύ συντριπτικό και είναι αδύνατον τεχνικά να πετύχει η οστεοσύνθεση.
  • Τα κατάγματα του περιφερικού άκρου του βραχιονίου είναι τα πιο δύσκολα από όλα της περιοχής του αγκώνα. Είναι κατάγματα υψηλής βίας και γι’ αυτό μπορούν να συμβούν όχι μόνο σε ηλικιωμένους ανθρώπους αλλά και σε νέους ασθενείς. Η οστεοσύνθεση με ειδικές πλάκες και βίδες είναι και πάλι η πρώτη θεραπευτική επιλογή. Τα νεότερα υλικά οστεοσύνθεσης -ειδικού τύπου πλάκες για τον αγκώνα- προσφέρουν τη δυνατότητα στον Ορθοπαιδικό Χειρουργό να επιτύχει ένα αρτιότερο αποτέλεσμα. Είναι ωστόσο κατάγματα δύσκολα και με συχνές μετεγχειρητικές επιπλοκές, π.χ. δυσκαμψία, παραλύσεις νεύρων, επανακάταγμα, και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από εξειδικευμένους Ορθοπαιδικούς Χειρουργούς.

Τι είναι το ωλένιο νεύρο;


To ωλένιο νεύρο είναι ένα εκ των τριών μεγάλων νεύρων του άνω άκρου -τα άλλα δύο είναι το μέσο και το κερκιδικό. Ενίοτε, το νεύρο αυτό παγιδεύεται είτε στην ωλένια αύλακα του αγκώνα, είτε σε ένα στενό κανάλι του καρπού δίπλα στον καρπιαίο σωλήνα που ονομάζεται κανάλι του Gyon.


Πώς εκδηλώνεται η ωλένια νευρίτιδα;


Η πάθηση εκδηλώνεται με μούδιασμα στην εσωτερική πλευρά του χεριού και του αντιβραχίου στην κατανομή του ωλενίου νεύρου, που είναι το μικρό δάχτυλο και το μισό του παραμέσου.

Σε παραμελημένες περιπτώσεις εμφανίζεται μυϊκή αδυναμία ή ακόμη και ατροφία των μυών που παίρνουν νεύρωση από το ωλένιο νεύρο. Χαρακτηριστική είναι η γαμψοδακτυλία των δύο δακτύλων, του μικρού και παραμέσου, καθώς και η αδυναμία του ασθενούς να συγκρατήσει ένα χαρτί με τα δάκτυλα σε έκταση, γνωστό ως σημείο Froment.


Πώς μπορεί να διαγνωστεί;


Η σωστή διάγνωση βασίζεται στη λήψη ενός πλήρους ιστορικού, της κλινικής εξέτασης από τον εξειδικευμένο Ορθοπαιδικό Χειρουργό στην χειρουργική άκρας χειρός, που σε συνδυασμό με τη διενέργεια διαγνωστικού ηλεκτρομυογραφήματος, θα δώσουν σαφείς πληροφορίες για το στάδιο της νόσου, τη λειτουργία και δραστηριότητα των νεύρων.


Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η ωλένια νευρίτιδα;


Η θεραπεία είναι στα αρχικά στάδια συντηρητική, με τροποποίηση των δραστηριοτήτων του ασθενή και χορήγηση φαρμάκων. Σε περιπτώσεις που η συντηρητική θεραπεία αποτύχει ή εάν υπάρχουν μυϊκές ατροφίες ή παραμορφώσεις, θέση έχει μόνο η χειρουργική θεραπεία.

Αυτή συνίσταται σε απελευθέρωση του νεύρου στα σημεία πίεσης του, δηλαδή στον καρπό ή στον αγκώνα αντίστοιχα, και κάποιες φορές σε μετάθεση του νεύρου σε θέση που να μη δέχεται πίεση, γνωστή ως πρόσθια μεταφορά του ωλενίου νεύρου.

Τι είναι το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα;


Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα αποτελεί μια συνηθισμένη πάθηση, κατά την οποία, το μέσο νεύρο του καρπού πιέζεται, προκαλώντας μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα και πόνο, ενώ σε προχωρημένο στάδιο ενδέχεται να εμφανιστεί αδυναμία ή ακόμη και ατροφία στους μύες της άκρας χειρός.

Πιο συγκεκριμένα, στο σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα το μέσο νεύρο παγιδεύεται κάτω από τον εγκάρσιο σύνδεσμο του καρπού, ο οποίος στις περιπτώσεις αυτές είναι πάντα υπερτροφικός.


Ποια είναι η συμπτωματολογία της νόσου;


Η βασική συμπτωματολογία συνδέεται με μουδιάσματα στην κατανομή του μέσου νεύρου, και πιο συγκεκριμένα στον αντίχειρα, στο δείκτη, στον μέσο και το μισό του παράμεσου. Τα συμπτώματα είναι εντονότερα τη νύχτα ή τις πρώτες πρωινές ώρες, και αυτό λόγω της θέσης και στάσης του χεριού κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Αν τα συμπτώματα συνεχιστούν για πολύ καιρό εμφανίζεται πόνος στην περιοχή του καρπού και της άκρας χειρός που σε κάποιες περιπτώσεις επεκτείνεται και στο αντιβράχιο. Εάν η πάθηση δεν διαγνωστεί και αντιμετωπισθεί έγκαιρα, προκαλείται μυϊκή αδυναμία στους μύες της άκρας χείρας ή τους μύες του θέναρος, με αποτέλεσμα συχνά να πέφτουν αντικείμενα από το χέρι του ασθενούς. Σε ιδιαίτερα παραμελημένες καταστάσεις δε, ενδέχεται να προκληθεί και μυϊκή ατροφία.


Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;


Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα εντείνεται σε περιπτώσεις που πραγματοποιούνται επαναλαμβανόμενες καθημερινές κινήσεις του καρπού, όπως για παράδειγμα σε χρήστες ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, ωστόσο, μπορεί να οφείλεται σε παθήσεις όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα, υποθυρεοειδισμός κλπ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι περί τις τρεις φορές συχνότερο στις γυναίκες, ενώ εμφανίζεται πιο συχνά σε συγγενείς ασθενών με το ίδιο σύνδρομο.


Πώς μπορεί να διαγνωστεί;


Η σωστή διάγνωση βασίζεται στη λήψη ενός πλήρους ιστορικού, της κλινικής εξέτασης από τον Ορθοπαιδικό Χειρουργό, που σε συνδυασμό με τη διενέργεια διαγνωστικού ηλεκτρομυογραφήματος, θα δώσουν σαφείς πληροφορίες για το στάδιο της νόσου, τη λειτουργία και δραστηριότητα των νεύρων.


Πώς αντιμετωπίζεται το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα;


Σε πρώιμα στάδια, η θεραπευτική προσέγγιση είναι συντηρητική και περιλαμβάνει ξεκούραση του καρπού με ειδικό νάρθηκα σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή ή και τοπική έγχυση διαλύματος κορτικοειδούς.

Σε επίμονες περιπτώσεις, η χειρουργική επέμβαση κρίνεται αναγκαία και αφορά στην αποσυμπίεση του νεύρου. Πρόκειται, βέβαια, για εύκολη επέμβαση που πραγματοποιείται με τοπική αναισθησία, από Ορθοπαιδικό Χειρουργό, χωρίς να απαιτείται νοσηλεία στην Κλινική.

Τι είναι οι τενοντομεταθέσεις;


Οι τενοντομεταθέσεις είναι ιδιαίτερα εξειδικευμένες επεμβάσεις που πραγματοποιούνται συχνότερα στο άνω άκρο, όταν κάποιος μυς ή μια ομάδα μυών παύει να λειτουργεί. Συνήθως, το αίτιο της δυσλειτουργίας είναι βλάβη κάποιου από τα μεγάλα νεύρα του άνω άκρου -κερκιδικό, μέσο ή ωλένιο-, π.χ. διατομή ή σύνθλιψη του νεύρου ή ακόμη παθήσεις της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης που προκαλούν παράλυση κάποιων μυών, όπως οι δισκοκήλες.


Πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν;


Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται ουσιαστικά μεταμόσχευση ή επανατοποθέτηση ενός μυός με τον τένοντα του, το χαλινάρι του δηλαδή, στη θέση κάποιου τένοντα που δε λειτουργεί. Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό βέβαια είναι ο τένοντας-δότης να λειτουργεί καλά, διασφαλίζοντας ώστε να μην υπάρξει λειτουργικό έλλειμμα στο σημείο από όπου λαμβάνεται αυτός.


Ποια είναι η συνηθέστερη περίπτωση τενοντομεταθέσεων;


Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τενοντομεταθέσεων στο άνω άκρο είναι οι βλάβες του κερκιδικού νεύρου, όπου ο ασθενής δεν μπορεί να σηκώσει τον καρπό και τα δάκτυλα του.

Στην περίπτωση αυτή, ο εξειδικευμένος Ορθοπαιδικός Χειρουργός λαμβάνει χειρουργικά τένοντες που παίρνουν νεύρωση από τα άλλα νεύρα του άνω άκρου και τους τοποθετεί σε θέσεις που αντικαθιστούν τη λειτουργία των τενόντων και μυών που πάσχουν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για ιδιαίτερα εξειδικευμένες επεμβάσεις, οι οποίες πρέπει να εκτελούνται μόνο από έμπειρους και εκπαιδευμένους Ορθοπαιδικούς Χειρουργούς.